tel.: 210 3613836

Δικηγορικό Γραφείο

Αρχική Υπηρεσίες Εμπορικού Δικαίου Εμπορικό Σήμα Αντιγραφή εμπορικού σήματος

Αντιγραφή εμπορικού σήματος

Η αντιγραφή σήματος αποτελεί συνήθη πρακτική "ανήθικων" επιχειρηματιών που προσπαθούν να επιβιώσουν με αθέμιτα μέσα. Στο σημερινό κόσμο των ηλεκτρονικών μέσων κοινωνικής δικτύωσης ολοένα αυξανόμενα είναι δυστυχώς τα περιστατικά παράνομης αντιγραφής εμπορικού σήματος ή αντιγραφής λογοτύπου, ιδιαίτερα μάλιστα αν το εμπορικό σήμα χαίρει αναγνωρισιμότητας και φήμης. Η κλοπή εμπορικού σήματος ή η κλοπή λογοτύπου πολλές φορές φέρει τη μορφή –με μικρές παραλλαγές- κατοχύρωσης στο Υπουργείου Ανάπτυξης. Νομικά τα περιστατικά παράνομης αντιγραφής σήματος αντιμετωπίζονται με άσκηση ανακοπής σε επίπεδο Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων ή με άσκηση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων ή αγωγής στα πολιτικά δικαστήρια δυνάμει των διατάξεων του αθεμίτου ανταγωνισμού.  

Ο νέος νόμος περί σημάτων (ν. 4679/2020) εισάγει κάποια νέα όπλα στη φαρέτρα αυτού που υφίσταται αντιγραφή, κλοπή ή παράνομη χρήση του σήματός του, παρέχοντας τη δυνατότητα υπαγωγής των αντίδικων μερών στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, με σκοπό την εξωδικαστική επίλυση των διαφορών, διαφορετικά σε περίπτωση αντιδικίας, τη δυνατότητα να ζητήσει από τα αστικά δικαστήρια ή τα ποινικά δικαστήρια να αναρτήσουν στο διαδίκτυο τις αποφάσεις τους για προσβολή σήματος με δαπάνες του προσβάλλοντος το σήμα και να τη δημοσιεύσουν στα μέσα μαζικής ενημέρωσης ή σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

 

Αντιγραφή εμπορικού σήματος

Η αντιγραφή σήματος αποτελεί κλοπή βιομηχανικής ιδιοκτησίας. Ο δικαιούχος κατοχυρωμένου εμπορικού σήματος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές χωρίς άδειά του σημείο το οποίο, λόγω της ταυτότητας, ή της ομοιότητάς του, με το δικό του προγενέστερα κατοχυρωμένο σήμα και της ταυτότητας ή ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που καλύπτονται από αμφότερα τα σήματα, δημιουργεί κίνδυνο σύγχυσης, περιλαμβανομένου και του κινδύνου συσχέτισης στο καταναλωτικό κοινό.

αντιγραφη εμπορικου σηματος

Ειδικότερα, ως αντιγραφή εμπορικού σήματος νοείται η χρήση ενός σήματος με ιδιαίτερη ομοιότητα με προγενέστερο σήμα. Κατά πόσον υφίσταται πράγματι αντιγραφή εμπορικού σήματος ή αντιγραφή λογοτύπου κρίνεται αφενός από την οπτική και ηχητική εντύπωση των δύο σημάτων, επί δε λεκτικών σημάτων και από την εννοιολογική εντύπωση, σε κάθε δε περίπτωση από τη συνολική εντύπωση των δύο σημάτων, και αφετέρου από το κατά πόσο μπορεί να προκαλέσει σύγχυση στους χωρίς εξειδικευμένες γνώσεις μέσους καταναλωτές σχετικά με την προέλευση των προϊόντων ή αντικειμένων εμπορίας, εάν δηλαδή ο μέσος καταναλωτής παρατηρώντας το μεταγενέστερο σήμα  μπορεί να θεωρήσει ότι τούτο προέρχεται από την επιχείρηση του δικαιούχου του προγενέστερου σήματος (βλ. ΑΠ 1604/2003 ΕλλΔνη 2004.807).

Σε εθνικό επίπεδο, κατά την περίπτωση που ένα εμπορικό σήμα γίνει εν τέλει δεκτό με απόφαση του αρμόδιου εξεταστή της Υπηρεσίας Σημάτων της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου, τυχόν αντιρρήσεις από τρίτα μέρη λόγω αντιγραφής εμπορικού σήματος ή αντιγραφής λογοτύπου παλαιότερου δικού τους, μπορεί να εγερθούν με τη μορφή ανακοπής. Σε αυτήν την περίπτωση, ασκείται σχετικό δικόγραφο ανακοπής ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων εντός τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση της αποφάσεως του εξεταστή που κάνει δεκτό το ως άνω σήμα. Κατά δε τη συζήτηση της ανακοπής, η Διοικητική Επιτροπή Σημάτων εξετάζει κατά πόσον λόγω του ταυτοσήμου του ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και/ή του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσδιορίζουν τα δύο σήματα, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού. Ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης με το προγενέστερο σήμα.

Εάν δε, το προγενέστερο σήμα χαίρει ιδιαίτερης φήμης, γίνεται δεκτό ότι συντρέχει κίνδυνος σύγχυσης των δύο σημάτων ακόμη κι εάν το μεταγενέστερο σήμα ταυτίζεται ή ομοιάζει με το προγενέστερο σήμα αλλά πρόκειται να καταχωρισθεί για προϊόντα ή υπηρεσίες που δεν ομοιάζουν με αυτές για τις οποίες έχει καταχωρισθεί το προγενέστερο σήμα, με την αιτιολογία ότι η χρησιμοποίηση, χωρίς εύλογη αιτία του μεταγενέστερου σήματος, θα προσπόριζε αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος, ή θα έβλαπτε τον εν λόγω διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη.

Εάν, από την εξέταση της ανακοπής, προκύψει ότι η καταχώριση του σήματος δεν μπορεί να γίνει δεκτή για το σύνολο ή μέρος των προϊόντων ή υπηρεσιών που αυτό διακρίνει, η δήλωση απορρίπτεται είτε στο σύνολό της ή εν μέρει για συγκεκριμένα προϊόντα ή υπηρεσίες. Σε αντίθετη περίπτωση η ανακοπή απορρίπτεται και η δήλωση κατάθεσης γίνεται δεκτή και αμετακλήτως.

Τέλος, κατά απορριπτικής απόφασης επί ανακοπής προβλέπεται το ένδικο βοήθημα της προσφυγής εντός εξήντα (60) ημερών από τη δημοσίευση της απορριπτικής αποφάσεως. Παράλληλα, στο δικαιούχο σήματος παρέχεται η δυνατότητα προσφυγής ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων κατά τις διατάξεις του αθέμιτου ανταγωνισμού και του νόμου περί σημάτων, προς άρση της προσβολής ήδη κατοχυρωμένου σήματος από τρίτον και παράλειψή της στο µέλλον, καθώς και επιδίκαση σχετικής αποζημίωσης.

Σε κοινοτικό ή διεθνές επίπεδο, τρίτα μέρη δικαιούνται να εγείρουν αντιρρήσεις λόγω απομίμησης του προγενέστερου δικού τους σήματος, οι οποίες επιλύονται συναινετικά μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών ή με την άσκηση ανακοπής (opposition). Η ανακοπή ασκείται εντός προθεσμίας τριών μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης της αίτησης του μεταγενέστερου σήματος. Η άσκηση ανακοπής σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης συνεπάγεται και καταβολή του τέλους ανακοπής. Και σε αυτές τις περιπτώσεις, η εκάστοτε αρμόδια αρχή θα κρίνει εάν όντως από τη συγκριτική ενόραση των δύο σημάτων δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης στο καταναλωτικό κοινό και αναλόγως θα διατάξει την απόρριψη της ασκηθείσας ανακοπής ή την απόρριψη της αίτησης του μεταγενέστερου σήματος. Για την παροχή προστασίας διεθνούς καταχώρισης στην Ελληνική Επικράτεια, αρμόδια να αποφασίσει είναι η Υπηρεσία Σημάτων.

Ωστόσο τι προβλέπει ο νέος νόμος περίπ σημάτων (ν. 4679/2020) για την αντιγραφή του σήματος; ΠΟια είναι τα νέα όπλα που προστίιθενται στη φαρέτρα του δικαιούχου του σήματος που αντεγράφη ή εκλάπη;

1.      Πρόβλεψη υπαγωγής σε Διαμεσολάβηση ενώπιον της ΔΕΣ

Με το άρθρο 31 του Ν. 4679/2020 εισάγεται η δυνατότητα υπαγωγής στη διαδικασία της Διαμεσολάβησης για διαφορές που εκκρεμούν ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, κατόπιν υποβολής από τα μέρη κοινής αίτησης διαμεσολάβησης, οποτεδήποτε μετά την κατάθεση ανακοπής, αίτησης έκπτωσης ή ακυρότητας και παρέμβασης. Η αίτηση κατατίθεται στη Διεύθυνση Σημάτων και διαβιβάζεται στη Διοικητική Επιτροπή Σημάτων και με την κατάθεσή της, αυτομάτως η διαδικασία ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων καθώς και οι προθεσμίες αναστέλλονται και συνεχίζουν να τρέχουν από την ημέρα επανάληψης της διαδικασίας. Η διαμεσολάβηση ολοκληρώνεται μέσα σε ένα εξάμηνο που αρχίζει από την επομένη της υποβολής του αιτήματος ενώ τα μέρη μπορούν να συμφωνούν εγγράφως παράταση της ανωτέρω προθεσμίας για χρονικό διάστημα έως τρείς (3) μήνες με κατάθεση της σχετικής συμφωνίας παράτασης στη Διεύθυνση Σημάτων. Τα μέρη ορίζουν από κοινού διαμεσολαβητή νόμιμα διαπιστευμένο στην Ελλάδα σύμφωνα με το άρθρο 202 του ν. 4512/2018 ή σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και περαιτέρω, συμφωνούν από κοινού με τον διαμεσολαβητή τις ειδικές λεπτομέρειες για τη διαμεσολάβηση στην οποία παρίστανται μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου τους. Η πληρεξουσιότητα για την παράσταση των μερών διά πληρεξούσιου δικηγόρου ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων καλύπτει και τη συμφωνία περί υπαγωγής στη διαμεσολάβηση. Μετά το πέρας της διαδικασίας της διαμεσολάβησης υπογράφεται πρακτικό διαμεσολάβησης ή αποτυχίας αυτής, το οποίο κατατίθεται στη Διεύθυνση Σημάτων και διαβιβάζεται στη Διοικητική Επιτροπή Σημάτων.

2.      Δυνατότητα άσκησης Ανταγωγής ή Ανταίτησης ασφαλιστικών μέτρων για έκπτωση ή ακυρότητα σήματος.

Όπως και ο προγενέστερος νόμος περί σημάτων, και ο Ν. 4679/2020 προβλέπει τη δυνατότητα άσκησης αίτησης ασφαλιστικών μέτρων ή αγωγής από το δικαιούχο του προσβαλλόμενου σήματος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ανεξαρτήτως αξίας του αντικειμένου της διαφοράς, κατά την τακτική διαδικασία. Πλέον, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο εισάγονται μόνον οι υποθέσεις στις οποίες σωρεύονται αξιώσεις για αθέμιτο ανταγωνισμό́ ή προσβολή́ διακριτικών γνωρισμάτων (άρθρα 1 και 13 του ν. 146/1914).

Επιπροσθέτως, σύμφωνα με το άρθρο 38 παρ.12 και 47 παρ. 4 στ. γ’ του νέου νόμου, ο εναγόμενος για προσβολή σήματος μπορεί να ασκήσει ανταγωγή με αίτημα την έκπτωση ή την ακυρότητα του σήματος στο οποίο στηρίζεται η αγωγή, κάτι που μέχρι πρότινος ήταν δυνατό στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας ενώπιον ΔΕΣ (βλ. άρ. 158 παρ. 1 και 162 Ν. 4072/2012).

3.      Πρόβλεψη άσκησης ανακοπής άρ. 583 ΚΠολΔ κατά απόφασης ΔΕΣ επί αίτησης έκπτωσης από το δικαίωμα στο σήμα ή αίτησης ακυρότητας σήματος

Το άρθρο 50 του Ν. 4679/2020 προβλέπει αναλυτικά την υποβολή αίτησης κατά του δικαιούχου του σήματος, που υποβάλλεται στη Διεύθυνση Σημάτων και εξετάζεται από τη Διοικητική Επιτροπή Σημάτων, με την οποία μπορεί να ζητηθεί η έκπτωσή του από το δικαίωμα στο σήμα εάν δεν κάνει ουσιαστική χρήση του για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τις οποίες έχει καταχωριστεί ή αν διακόψει τη χρήση του σήματος για πέντε (5) συνεχή έτη, ή εάν συνεπεία της συμπεριφοράς ή αδράνειας του δικαιούχου, το σήμα έχει καταστεί κοινόχρηστο ή συνήθης εμπορική ονομασία του προϊόντος ή της υπηρεσίας για το οποίο έχει καταχωριστεί, ή εάν λόγω της χρήσης του σήματος από τον δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τα οποία ή για τις οποίες τούτο έχει καταχωριστεί ενδέχεται να παραπλανηθεί το κοινό, ιδίως, ως προς τη φύση, την ποιότητα ή τη γεωγραφική προέλευση των προϊόντων ή των υπηρεσιών. Περαιτέρω, το άρθρο 52 του Ν. 4679/2020 προβλέπει αναλυτικά την υποβολή αίτησης ακυρότητας σήματος, που υποβάλλεται στη Διεύθυνση Σημάτων και εξετάζεται από τη Διοικητική Επιτροπή Σημάτων, με την οποία μπορεί να ζητηθεί η ακυρότητα του σήματος λόγω ύπαρξης λόγων απαραδέκτου.

Η απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων επί των ανωτέρω αιτήσεων προσβάλλεται στα πολιτικά δικαστήρια με ανακοπή του άρθρου 583 ΚΠολΔ για έλεγχο νόμου και ουσίας. Η ανακοπή δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία από το Μονομελές Πρωτοδικείο. Τοπική αρμοδιότητα έχουν τα δικαστήρια της Αθήνας, όπου τηρείται το μητρώο. Δικαίωμα ανακοπής κατά της απόφασης έχουν ο δικαιούχος του σήματος και ο αιτών την έκπτωση, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει. Το δικόγραφο της ανακοπής απευθύνεται κατά του διαδίκου που νίκησε στη Διοικητική Επιτροπή Σημάτων. Η ανακοπή δεν στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ούτε κοινοποιείται σε αυτό. Η προθεσμία της ανακοπής είναι εξήντα (60) ημέρες από την επίδοση της απόφασης της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων. Αν δεν επιδοθεί η απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, η προθεσμία της ανακοπής είναι δύο (2) έτη που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν παρέλθουν άπρακτες οι ανωτέρω προθεσμίες, η απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων καθίσταται απρόσβλητη. Η άσκηση της ανακοπής έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Ο ανακόπτων οφείλει μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την κατάθεση της ανακοπής να υποβάλει αντίγραφό της στη Διεύθυνση Σημάτων για εγγραφή στο Μητρώο, διαφορετικά κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της ανακοπής. Κατά τη συζήτηση της ανακοπής στο μονομελές πρωτοδικείο οι διάδικοι οφείλουν να υποβάλουν τα υπομνήματα και το αποδεικτικό υλικό που υπέβαλαν στη Διοικητική Επιτροπή Σημάτων, καθώς και την απόφασή της. Για τον σκοπό αυτόν η Διεύθυνση Σημάτων τους παραδίδει αντίγραφα. Στη δίκη της ανακοπής οι διάδικοι μπορεί να επικαλεστούν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα. Δεν επιτρέπεται, όμως, η προβολή νέων λόγων έκπτωσης που δεν προβλήθηκαν στη Διοικητική Επιτροπή Σημάτων.

4.      Πρόβλεψη δημοσίευσης αποφάσεων

Σύμφωνα με το άρθρο 46 της νέας νομοθετικής ρύθμισης, τα αστικά δικαστήρια ή τα ποινικά δικαστήρια με τις αποφάσεις τους για προσβολή σήματος μπορούν, ύστερα από αίτηση του ενάγοντος ή του πολιτικώς ενάγοντος, αντίστοιχα, και με δαπάνες του προσβάλλοντος το σήμα, να διατάσσουν τα ενδεδειγμένα μέτρα για τη διάδοση των πληροφοριών σχετικά με την απόφαση, καθώς και την ανάρτηση της απόφασης στο διαδίκτυο και την πλήρη ή μερική δημοσίευσή της στα μέσα μαζικής ενημέρωσης ή σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το δικαστήριο αποφασίζει τον προσήκοντα τρόπο δημοσίευσης. Η αξίωση της παραγράφου 1 αποσβένεται, αν η δημοσίευση δεν γίνει μέσα σε ένα έτος από την επίδοση της τελεσίδικης απόφασης στον ενάγοντα ή στον πολιτικώς ενάγοντα.

Μάλιστα, και το άρθρο 34 του νέου νόμου, αναφορικά με τα προσωπικά δεδομένα κατά τη διαδικασία καταχώρησης σήματος, προβλέπει στην παρ.8. ότι οι αποφάσεις των Εξεταστών, της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων και των διοικητικών δικαστηρίων, καθώς και των πολιτικών δικαστηρίων επί ανακοπών του άρθρου 583 ΚΠολΔ για την έκπτωση ή ακυρότητα σήματος ή ανταγωγών έκπτωσης ή ακυρότητας μπορεί να καθίστανται δημόσια προσβάσιμες μέσω του διαδικτύου στο κοινό, ώστε να έχει το ευρύ κοινό δυνατότητα πρόσβασης σε αυτές και ενημέρωσης για λόγους εμπορικής πληροφόρησης, διαφάνειας και προβλεψιμότητας. Κάθε μέρος της διαδικασίας στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η απόφαση μπορεί να ζητήσει τη διαγραφή από το κείμενο που αναρτάται στο διαδίκτυο των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που περιλαμβάνονται στην απόφαση η οποία αναρτάται στο διαδίκτυο. Η σχετική αίτηση υποβάλλεται οποτεδήποτε στην αρχή που εξέδωσε ή πρόκειται να εκδώσει την απόφαση και γίνεται δεκτή εφόσον δεν περιορίζει ουσιαστικά το συμφέρον του κοινού για πληροφόρηση, διαφάνεια και προβλεψιμότητα.

 

Για δικαστική προστασία μετά από αντιγραφή σήματος ή κλοπής επωνυμίας καλέστε τη δικηγόρο Αθηνών Όλγα Ντόβα στο 210 3613836.