tel.: 210 3613836

Δικηγορικό Γραφείο

Εμπορικό Σήμα

Εμπορικό σήμα θεωρείται κάθε σημείο επιδεκτικό γραφικής παραστάσεως, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μίας επιχείρησης από εκείνα άλλων επιχειρήσεων. Εμπορικο σήμα μπορούν να αποτελέσουν ιδίως: ονόματα φυσικών ή νομικών προσώπων, λέξεις, ψευδώνυμα, επωνυμία επιχείρησης, λογότυπο, απεικονίσεις, σχέδια, γράμματα, αριθμοί, το σχήμα ενός προϊόντος, το σχήμα μίας συσκευασίας, τίτλος εφημερίδας ή περιοδικού. Η κατοχύρωση εμπορικού σήματος (κατοχυρωση ονοματος, ονομασίας, κατοχυρωση λογοτύπου, κατοχυρωση επωνυμίας) αποτελεί πράξη προάσπισης των συμφερόντων μίας εταιρείας ή επιχείρησης και όχι μόνο. Η διαδικασία είναι σύνθετη και απαιτεί έμπειρους και λεπτούς χειρισμούς από δικηγόρο σημάτων καθώς μία μικρή αλλαγή στην περιγραφή μίας υπηρεσίας μπορεί να αποτρέψει διαδικασία αντιρρήσεων από μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες. Ένας έμπειρος δικηγόρος για εμπορικά σήματα θα σας καθοδηγήσει με ασφάλεια στην προστασία του εμπορικού σας σήματος.

Εμπορικό Σήμα

Το εμπορικό σήμα (επωνυμία) αποτελεί αναμφισβήτητα κεφάλαιο για μία επιχείρηση.

Η πρώτη συμβουλή που πρέπει να δίνει ένας δικηγόρος σημάτων για εμπορικο σημα σε κάθε ενδιαφερόμενο να εκκινήσει μία νέα επιχείρηση είναι η κατοχύρωση του εμπορικού σήματος της επιχείρησης. Η καταχώρηση του σήματος παρέχει στον δικαιούχο του αποκλειστικό δικαίωμα πάνω στο εμπορικό σήμα με αποτέλεσμα να μπορεί de facto να εμποδίζει κάθε πιθανό ανταγωνιστή από την παράνομη χρήση του ίδιου ή παραπλήσιου εμπορικού σήματος. Για να μπορέσει να προχωρήσει η διαδικασία της κατοχύρωσης, χρειάζεται ένας έμπειρος δικηγόρος σε κατοχυρώσεις εμπορικών σημάτων να προβεί σε νομικό προέλεγχο της διαθεσιμότητας του εμπορικού σήματος, ώστε να μπορεί να διασφαλιστεί ότι δεν θα υποβληθεί από το Υπουργείο Σημάτων επιστολή αντιρρήσεων σχετικά με την κατοχύρωση του εμπορικού σήματος. Ο δικηγόρος που διενεργεί τον νομικό προέλεγχο δεν ελέγχει μόνο αυτούσιο το λεκτικό μέρος του σήματος αλλά και πολλές άλλες παραπλήσιες εκδοχές αυτού, έχοντας πάντα υπόψη του τις σχετικές οδηγίες της ελληνικής νομολογίας. 

Κάθε επιχείρηση δραστηριοποιείται σ’ ένα συγκεκριμένο επιχειρηματικό κλάδο και επιθυμεί τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που παράγει/παρέχει ή εμπορεύεται να παραπέμπουν σ’ αυτήν και να ξεχωρίζουν από τα αντίστοιχα ανταγωνιστικών επιχειρήσεων και όχι μόνο. Η κατοχύρωση σήματος ή κατοχύρωση ονόματος είναι η διαδικασία εκείνη που βοηθά να διαχωρίζονται προϊόντα ή υπηρεσίες δύο διαφορετικών επιχειρήσεων με διαφορετικά εμπορικά σήματα. Αυτή η σύνδεση των προϊόντων/υπηρεσιών μιας επιχείρησης επέρχεται στα μάτια του καταναλωτικού κοινού μόνο με το εμπορικό σήμα, είτε αυτό συνίσταται σε μία λέξη μόνο, είτε σε συνδυασμό χαρακτηριστικών στοιχείων (λεκτικό μέρος, απεικόνιση, έγχρωμη σύνθεση, αριθμός, συσκευασία, κλπ). 

Η δύναμη ενός εμπορικού σήματος είναι ανεκτίμητη και ο κίνδυνος από την παράλειψη κατοχύρωσης  σήματος μεγάλος. Δεν είναι λίγα τα πρόσφατα περιστατικά κακόβουλης κατοχύρωσης εμπορικών σημάτων ελληνικών επιχειρήσεων από τρίτους ανταγωνιστές, κυρίως στη ΛΔΚίνας σύμφωνα με πρόσφατες δημοσιεύσεις του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων. Η νομική προστασία του εμπορικού σήματος λοιπόν έχει αδήριτη σημασία και πρέπει να τάσσεται σε προτεραιότητα. Σκόπιμη λοιπόν κρίνεται η κατοχύρωση σήματος πριν από την έναρξη μιας επιχείρησης. 

Ο δικηγόρος για την κατοχύρωση σήματος (κατοχύρωση ονόματος) συμβουλεύει τα εξής: κατ’ αρχήν θα πρέπει να είναι ένα εμπορικό σήμα που να έχει διακριτική δύναμη, να μην συνιστά αντιγραφή ενός ενδεχομένως ανταγωνιστικού εμπορικού σήματος που αφορά τον ίδιο τομέα δραστηριότητας, να είναι πρωτότυπο, να συγκρατείται εύκολα στη μνήμη και κυρίως να μην είναι περιγραφικό. Δηλαδή συνοδευτικές λέξεις που μπορούν να εμφανίζονται σ’ ένα όνομα, λογότυπο, επωνυμία, διακριτικό τίτλο όπως λ.χ. hotel, club, café, restaurant, κλπ δεν συνιστούν εμπορικά σήματα, γιατί είναι κοινόχρηστες, δηλ. δεν υπονοούν αλλά περιγράφουν επακριβώς την δραστηριότητα της επιχείρησης. Θα πρέπει λοιπόν να προηγείται μία λέξη, η οποία να έχει διακριτική δύναμη και είναι πρωτότυπη. 

Υπάρχουν τρία επίπεδα προστασίας εμπορικού σήματος και αντίστοιχα μιλάμε για ένα εθνικό σήμα, για ένα κοινοτικό σήμα ή για ένα διεθνές σήμα. Εάν μία επιχείρηση δραστηριοποιείται στην εγχώρια αγορά της Ελλάδος, η ημεδαπή κατοχύρωση ενός εθνικού σήματος τον καλύπτει. Αντίστοιχα, εάν ένα φυσικό πρόσωπο ή εταιρεία διενεργεί εξαγωγές στην Ευρώπη, σκόπιμη είναι η κοινοτική κατοχύρωση ενός κοινοτικού σήματος (ευρωπαϊκό σήμα). Τέλος, εάν οι εξαγωγές διεξάγονται σε χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η διεθνής κατοχύρωση ενός διεθνούς σήματος είναι ιδιαίτερα σημαντική, προϋποθέτει ωστόσο ότι θα έχει προηγηθεί μία ή και οι δύο από τις προηγούμενες διαδικασίες κατοχύρωσης. Αναμφίβολα, όταν υπάρχει διαδικτυακή παρουσία ενός εμπορικού σήματος (λ.χ. e-shop), είναι πρωτίστης σημασίας η κατοχύρωση ενός εμπορικού ονόματος λόγω της εκτεταμένης έκθεσης και επ’ ουδενί δεν αρκεί μόνο η κατοχύρωση ονόματος ιστοτόπου (domain name). 

Επιλογικά, η παρουσία μίας επιχείρησης σε μία αγορά με ένα διακριτικό γνώρισμα (όνομα, επωνυμία, λογότυπο, σήμα, διακριτικό τίτλο), ακόμη και εάν είναι μακροχρόνια, δεν προστατεύει σε καμία περίπτωση την επιχείρηση από κακόπιστους τρίτους, οι οποίοι μπορεί να αιτηθούν και να πετύχουν την τελεσίδικη και αμετάκλητη κατοχύρωση του σήματος αυτού, εκτός φυσικά εάν πρόκειται για ένα σήμα φήμης.


Τι μπορεί να αποτελέσει ένα εμπορικό σήμα (επωνυμία, λογότυπο, όνομα); 

Εμπορικά σήματα μπορούν να αποτελέσουν ενδεικτικά: 

  1. Λέξεις: Οι λέξεις είναι καταθέσιμες ως εμπορικό σήμα εφόσον έχουν διακριτική δύναμη και ικανότητα. Διακριτική δύναμη μπορούν να έχουν ακόμη και εάν χρησιμοποιούνται συχνά στην καθομιλουμένη, ωστόσο δηλώνουν έννοιες άσχετες με τα διακρινόμενα προϊόντα (βλ. λ.χ. «ΠΑΠΑΓΑΛΟΣ» για καφέ). Συνδυασμοί λέξεων από τις οποίες κάποιες είναι περιγραφικές  ή κοινόχρηστες και κάποιες όχι, είναι καταθέσιμοι, εφόσον το κέντρο βάρος της προσοχής του καταναλωτή εστιάζεται στη μη κοινόχρηστη λέξη ή εφόσον από τη συνολική εντύπωση που προκαλείται, προκύπτει ότι έχει διακριτική ικανότητα.
  2. Ονόματα φυσικών και νομικών προσώπων: Τα ονόματα φυσικών προσώπων είναι πάντα καταθέσιμα ως σήματα, εφόσον αποτελούν εκδήλωση της προσωπικότητάς του. Η επωνυμία νομικού προσώπου είναι καταθέσιμη πάντα εφόσον είναι ονοματική (όπως συμβαίνει επί προσωπικών εταιρειών). Σε περίπτωση πραγματικής επωνυμίας (που σχηματίζεται δηλαδή από ενδείξεις δηλωτικές της ασκούμενης υπό των μελών δραστηριότητας) ή μικτής επωνυμίας (συνδυασμός των παραπάνω), η επωνυμία είναι καταθέσιμη εφόσον όμως δεν είναι απραπλανητική, προκειμένου να προστατεύεται ο καταναλωτής.
  3. Απεικονίσεις: συγκεκριμένες ή αφηρημένες εικαστικές παραστάσεις είναι πάντα καταθέσιμες ως σήμα, αρκεί βέβαια να μην είναι περιγραφικές. Μπορούν δε να κατοχυρώνονται είτε ως έγχρωμες είτε ως ασπρόμαυρες. Στη δεύτερη περίπτωση παρέχεται προστασία κατά οποιασδήποτε έγχρωμης απομίμησής της.
  4. Διαφημιστικά Συνθήματα (slogans):  διαφημιστικά συνθήματα είναι καταθέσιμα ως σήματα, εφόσον φυσικά έχουν πράγματι διακριτική δύναμη και μπορούν να χρησιμοποιηθούν εν είδει σήματος για να διακρίνουν ένα προϊόν ή μία υπηρεσία.
  5. Τοπωνύμια: τα τοπωνύμια είναι κατ’ αρχήν μη καταθέσιμα ως σήμα. Υπάρχουν ωστόσο και συγκεκριμένες εξαιρέσεις, λ.χ. όταν είναι απίθανο να εκληφθούν από τον καταναλωτή ως ο πραγματικός τόπος παραγωγής ή εμπορίας των διακρινόμενων προϊόντων (λ.χ. «MONTBLANC» για στυλούς ή το σήμα «EVEREST» για τρόφιμα). Ή ακόμη όταν έχουν καθιερωθεί ως διακριτικό γνώρισμα στις συναλλαγές και και έχουν αποκτήσει δευτερεύουσα μη περιγραφική έννοια. 

Ποια είναι η σημασία κατοχύρωσης εμπορικού σήματος;

Αξιοποίηση εμπορικού σήματος σημαίνει διατήρηση ή απόκτηση μεριδίων της αγοράς, καθώς και η εμπορική εκμετάλλευση αυτού με τη μορφή χορήγησης αδειών χρήσης ή σύναψης συμβάσεων franchising η ακόμη μεταβίβασης αυτού έναντι υψηλού πιθανόν τιμήματος. Ο σύχρονος επιχειρηματίας, αντιλαμβανόμενος τις λειτουργίες αυτές που επιτελεί το εμπορικό σήμα και αποβλέποντας στη σταθερή και ανοδική πορεία της επιχείρησής του στην ελληνική αγορά, θα πρέπει να κατοχυρώνει τα σήματα της επιχείρησής του και να τα προστατεύει από ανταγωνιστές που κάνουν αθέμιτη χρήση. Η καταχώρηση ονόματος (σήματος, επωνυμίας, λογοτύπου) αποτελεί προάσπιση του κεφαλαίου μίας εταιρείας ή επιχείρησης.

Πότε υπάρχει «κίνδυνος σύγχυσης»;

Κώλυμα κατοχύρωσης ενός νέου σήματος δημιουργείται όταν υπάρχει ένα προγενέστερο ήδη κατοχυρωμένο σήμα (επωνυμία, λογότυπο, όνομα), το οποίο είναι πανομοιότυπο ή ομοιάζει ηχητικά (ως προς το λεκτικό του μέρος) με το προς κατοχύρωση σήμα και ταυτόχρονα τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που διακρίνει είναι πανομοιότυπα ή ομοιάζουν. Εφόσον λοιπόν συντρέχουν αυτά τα δύο ενδεχόμενα σωρευτικά, είναι πολύ πιθανό και εξετάζεται η γέννηση τυχόν κινδύνου σύγχυσης για το καταναλωτικό κοινό. Ο τελευταίος συνίσταται στην λανθασμένη εντύπωση που δημιουργείται στον μέσο καταναλωτή λόγω της ομοιότητας των σημάτων και των αντίστοιχων προϊόντων/υπηρεσιών που αυτά διακρίνουν ότι εν τέλει πρόκειται για το ίδιο προϊόν ή ότι το προϊόν παράγεται από την ίδια επιχείρηση ή ότι υπάρχει κάποιου είδους οργανωτικός ή οικονομικός δεσμός μεταξύ των επιχειρήσεων. 

Τι γίνεται σε περίπτωση παραποίησης ή απομίμησης εμπορικού σήματος;

Όποιος κατά παράβαση του νόμου περί προστασίας σημάτων χρησιμοποιεί ή κατά οποιονδήποτε άλλο τρόπο προσβάλλει κατοχυρωμένο σήμα που ανήκει σε άλλον, μπορεί να εναχθεί για άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον, καθώς και να υποχρεωθεί σε αποζημίωση. Εκτός όμως από την επιβολή αποζημιώσεων από τα πολιτικά δικαστήρια, επιβάλλονται και ποινικές κυρώσεις στον παραβάτη, ο οποίος διώκεται κατ’ έγκληση, δηλαδή με την προσφυγή στα ποινικά δικαστήρια από τον θιγόμενο επιχειρηματία.  

Τι γίνεται όταν μία ένδειξη χρησιμοποιείται στις συναλλαγές ως σήμα αλλά δεν έχει κατοχυρωθεί τυπικά;

Όταν μία ένδειξη χρησιμοποιείται στις συναλλαγές χωρίς να έχει κατοχυρωθεί ως εμπορικό σήμα, τότε προστατεύεται ως διακριτικό γνώρισμα με βάση τις διατάξεις του αθεμίτου ανταγωνισμού, πάντα υπό την προϋπόθεση της ύπαρξης διακριτικής δύναμης και της χρησιμοποίησης/ καθιέρωσής της στις συναλλαγές. Ωστόσο όταν ένα εμπορικό σήμα καταχωρηθεί αμετακλήτως στο μητρώο σημάτων, τότε προστατεύεται δυνάμει του ειδικότερου και ισχυρότερου ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη νόμου περί σημάτων και επακόλουθα ο νόμος περί αθεμίτου ανταγωνισμού έχει επικουρικό και συμπληρωματικό χαρακτήρα. 

Ιδιαίτερη κατηγορία σήματος είναι το συλλογικό σήμα. Ως συλλογικό σήμα νοείται εκείνο το σήμα που κατατίθεται από ένα νομικό πρόσωπο, είτε αυτό είναι συνεταιρισμός, είτε ένωση ή σύλλογος ή επαγγελματικό σωματείο, επιδιώκει επαγγελματικούς σκοπούς και έχει νομική προσωπικότητα, χωρίς να απαιτείται απαραιτήτως να ασκεί δική του επιχείρηση. Μέλη του μάλιστα μπορεί να είναι είτε φυσικά είτε νομικά πρόσωπα. Στόχος του νομικού προσώπου είναι η προώθηση των επαγγελματικών συμφερόντων των μελών του. Με τις επαγγελαμτικές ενώσεις ιδιωτικού δικαίου εξομοιώνονται και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, όπως πχ. το κράτος, οι δήμοι, οι κοινότητες, τα επιμελητήρια, τα οποία ομοίως μπορούν να καταστούν δικαιούχοι συλλογικών σημάτων. 

Το συλλογικό σήμα διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίας όχι μίας μόνο επιχείρησης, αλλά μίας ομάδας επιχειρήσεων, που ανήκουν στα μέλη του. Δηλαδή άλλος είναι ο δικαιούχος του συλλογικού σήματος (εν προκειμένω το ίδιο το νομικό πρόσωπο), ο οποίος ωστόσο δεν μπορεί να κάνει χρήση του σήματος ούτε μεταβίβαση σήματος και άλλος είναι ο φορέας του (εν προκειμένω τα μέλη του). 

Αναφορικά με τη διαδικασία κτήσης ενός συλλογικού σήματος, είναι ακριβώς η ίδια μ’ αυτή του ατομικού σήματος. Το μόνο διαφορετικό είναι ότι απαιτείται μία υπεύθυνη δήλωση, η οποία πρέπει να περιέχει τον τίτλο, την έδρα, το σκοπό του νομικού προσώπου, το ονοματεπωνυμο των νομίμων εκπροσώπων του, ονομαστικό κατάλογο των μελών του (που δικαιούνται να κάνουν χρήση του συλλογικού σήματος) καθώς και τους όρους και τους κανονισμούς που αφορούν στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μελών του. 

Οι Έλληνες επιχειρηματίες μπορούν να επιλέξουν σήμερα μεταξύ τριών διαφορετικών διαδικασιών για να πετύχουν την κατοχύρωση ή καταχώρηση των σημάτων τους, ανάλογα με τους επιχειρηματικούς τους στόχους και το ύψος της δαπάνης που θα υποβληθούν:


ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΣΗΜΑΤΟΣ

Η διαδικασία της κατοχύρωσης όσον αφορά στο εμπορικό σήμα μίας επιχείρησης είναι μία διαδικασία ιδιαιτέρως κρίσιμη, η οποία προϋποθέτει έναν υπεύθυνο και εμπεριστατωμένο νομικό προέλεγχο αναφορικά με τη διαθεσιμότητά του, ο οποίος μάλιστα θα πρέπει να διενεργείται γεωγραφικά σε όλα τα επίπεδα προστασίας, εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές. Ωστόσο η διαδικασία αυτή δεν τελειώνει απαραιτήτως πάντα κατ’ ευχήν για τον δικαιούχο του σήματος, ο οποίος πολλάκις βρίσκεται αντιμέτωπος με μία απορριπτική απόφαση του εισηγητή που έχει χρεωθεί τον φάκελό του στη Γενική Γραμματεία Εμπορικών Σημάτων, ο οποίος δεν κάνει δεκτή την αρχική αίτηση κατοχύρωσης του εθνικού σήματος ή ενδεχομένως και της ίδιας της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, η οποία κάνει πιθανώς δεκτή μία ανακοπή τρίτου που έχει ασκηθεί κατά της απόφασης του εισηγητή που έχει κάνει κατ’ αρχάς δεκτό το σήμα του δικαιούχου. 

Στις περιπτώσεις λοιπόν που μία επιχείρηση βρίσκεται αντιμέτωπη με απόρριψη στο εμπορικό σήμα της, δύναται να ασκήσει προσφυγή μέσω δικηγόρου εμπορικών σημάτων ενώπιον είτε της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων (αν στρέφεται κατά αποφάσεως του εισηγητή) είτε του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (εάν στρέφεται κατά αποφάσεως της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων που έκανε δεκτή τυχόν ανακοπή). Οποιοσδήποτε λοιπόν έχει έννομο συμφέρον, δύναται να ασκήσει προσφυγή εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών που αρχίζει από την επομένη της κοινοποιήσεως της προσβαλλομένης απόφασης και γίνεται με την κατάθεση του δικογράφου στη Γραμματεία της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων. Ο ιδιώτης λοιπόν (η επιχείρηση) έχει στην κατοχή του ένδικα βοηθήματα υπό προϋποθέσεις να αντικρούσει μία απόφαση και -γιατί όχι;- να την ανατρέψει προς όφελός του, ώστε να μην αναγκάζεται αμελλητί και αυτομάτως με μία αρνητική σε βάρος του απόφαση να παύει τη χρήση του εμπορικού σήματος της επιχείρησής του, στο οποίο έχει επενδύσει χρήμα και φήμη, το οποίο συνιστά μία διαδικασία χρονοβόρα, δαπανηρή και πολλές φορές απαγορευτική για μία επιχείρηση.

ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ - ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΣΗΜΑΤΟΣ:

Η διάρκεια προστασίας ενός εμπορικού σήματος που έχει κατοχυρωθεί είναι μία δεκαετία (10 έτη) και αρχίζει από την επομένη της ημερομηνίας κατάθεσης του σχετικού φακέλου στην Υπηρεσία Σημάτων. Η διάρκεια ισχύος ενός εμπορικού σήματος μπορεί να παρατείνεται με εμπρόθεσμη κατάθεση σχετικής αίτησης ανανέωσης και εμπρόθεσμη καταβολή του τέλους ανανέωσης. Με τον όρο «εμπρόθεσμη» ανανέωση εμπορικού σήματος εννοούμε να γίνει η διαδικασία ανανέωσης το τελευταίο έτος προστασίας του εμπορικού σήματος. Μπορεί ακόμη να γίνει το εξάμηνο που ακολουθεί την δεκαετία της προστασίας (πρόσθετη προθεσμία). Σ’ αυτήν την περίπτωση βέβαια καταβάλλεται ένα τέλος ανανέωσης αυξημένο κατά το ήμισυ. Εάν ωστόσο αργήσει παραπάνω η διαδικασία, τότε το εμπορικο σήμα διαγράφεται και παύει να ισχύει.

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με εμπορικό σήμα καλέστε στο 210 3613 836 και ένας έμπειρος δικηγόρος εμπορικών σημάτων θα σας κατευθύνει άμεσα στις σωστές επιλογές.